Το Χαμόγελο

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ


Γεννήθηκα στο Ελληνικό, σε πλινθόκτιστο προσφυγικό

της πόντιας γιαγιάς είχα, το καντήλι για φυλαχτό.

Σακάτης ο πατέρας από τον πόλεμο, μ΄ ένα πόδι λειψό

η μάνα ολημερίς στα χωράφια, για το μεροκάματο.

Ο πατέρας αρρώστησε βαριά, έλιωσε στον πυρετό

κι οι γιατροί κοράκια, του φάγανε το παράσημο

το κάρο του δήμου τον πήγε, στο τελευταίο σπιτικό

η μάνα του ΄κλεισε τα μάτια, με αγκαλιά ένα μωρό.


Κοίτα μου ΄πανε, όπου φτωχός κι η μοίρα του,

γραφτό το ριζικό του, να πουλά το ιδανικό του

να φτύνει αίμα, να γυρνά αιώνια τον τροχό του

να γλύφει όλη του η φαμελιά του αφέντη τα αχαμνά.


Πρώτη δημοτικού λέγανε, σαν βρισιά να το ορφανό

πρώτα γράμματα με χάρακα τιμωρό, μολύβι δανεικό

μου μάθανε να φοβάμαι, της χούντας το δάσκαλο

εθνική ιστορία διάβασα, με λάμπα σε κρύο τσουχτερό.

Είδα τον γείτονα να τραβούν, στην εξορία σαν αναρχικό

να γκρεμίζουν το φτωχικό μας, για να φτιάξουν εμπορικό

μετανάστευσαν οι φίλοι, για απατηλό αμερικάνικο όνειρο

η μάνα δούλα σε μια πατρίδα, δίχως δικαιοσύνη κι ουρανό.


Κοίτα μου ΄πανε όπου φτωχός κι η μοίρα του,

γραφτό το ριζικό του, να πουλά το ιδανικό του

να φτύνει αίμα, να γυρνά αιώνια τον τροχό του

να γλύφει όλη του η φαμελιά του αφέντη τα αχαμνά.


Στα δεκάξι μέλλον παραπαιδείας, σχολειό σωφρονιστικό

με ανακρίνουν ασφαλίτες, για του πατέρα το αντάρτικο

σαν χτες ήταν που χίτες θέρισαν, τα αδέρφια του στο χωριό

σήμερα στην πλατεία οι μπάτσοι, σκοτώσανε έναν ανήλικο.

Βρίσκομαι στο λιμάνι απελπισμένος, με ναυτικό φυλλάδιο

ήρθε χαρτί για να παρουσιαστώ, στης πατρίδας το στρατό

τη μάνα απέλυσαν από τη δουλειά, σαν άρρωστο υποζύγιο

σήμερα βρήκα στη σκοπιά, το συνάδελφο μου αιμόφυρτο.


Κοίτα μου ΄πανε όπου φτωχός κι η μοίρα του,

γραφτό το ριζικό του, να πουλά το ιδανικό του

να φτύνει αίμα, να γυρνά αιώνια τον τροχό του

να γλύφει όλη του η φαμελιά του αφέντη τα αχαμνά.


Στα τριάντα δυό, κλίμα απεργιακό, σε νόμο αντιεργατικό

η μηχανή τρώει σάρκες, πεινά για ατύχημα εργατικό

χαφιέδες σεξιστές σε εκβιάζουν, να γίνεις κομματόσκυλο

εργατοπατέρες λέρες βουλευτές, σε μέτωπο εθνοπατριωτικό.

Ερωτεύθηκα στη φάμπρικα, συντρόφισσα με τσαγανό

μ΄ αξίωσες καρδιά μου, να αγαπήσω και να αγαπηθώ

ορκίστηκα τα παιδιά μας να ζήσουνε, σε κόσμο ελεύθερο

τοκογλύφοι απαιτούνε να τα θυσιάσω, στης επιβίωσης το βωμό.


Κοίτα μου πανε όπου φτωχός κι η μοίρα του,

γραφτό το ριζικό του, να πουλά το ιδανικό του

να φτύνει αίμα, να γυρνά αιώνια τον τροχό του

να γλύφει όλη του η φαμελιά του αφέντη τα αχαμνά.


Τι έχω να χάσω, τι έχω να φοβηθώ; μ΄ ένα χαμόγελο θα αντισταθώ

τον αδερφό μου κατάπιε η θάλασσα, για το κλαμπ το εφοπλιστικό

Τι έχω να χάσω, τι έχω να φοβηθώ; μ΄ ένα χαμόγελο θα αντισταθώ

φτωχός, άνεργος κι άρρωστος, χωρίς ασφάλιση στα πενήντα οκτώ

Τι έχω να χάσω, τι έχω να φοβηθώ; μ΄ ένα χαμόγελο θα αντισταθώ

το παιδί πανεπιστήμιο μεταπτυχιακό, στη Γερμανία σε μεταναστευτικό

Τι έχω να χάσω, τι έχω να φοβηθώ; μ΄ ένα χαμόγελο θα αντισταθώ

η τράπεζα απειλεί να βγάλει το σπίτι μου στο σφυρί, σε πλειστηριασμό.


Κοίτα μου ΄πανε στα μάτια των φτωχών το μίσος είναι ταξικό

κλέψανε το δικαίωμα να ζώ, θα πάρω το δικό τους και θα αντισταθώ

Σαλτάρω τώρα πάνω από το κενό, με τραβάνε σε κελί λευκό

πρέζες, χάπια, βία, φοβία, δυστυχία, για να πάψω να ελπίζω,

και να χαμογελώ.



 
Loading...